Της Μαρινίκης Θεοδώρου, δικηγόρου
Στην πολιτική, οι αριθμοί έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθολογική αξία. Ένα ποσοστό, ένα ποσό, μια αύξηση ή μια κατάταξη παρουσιάζονται συχνά ως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις μιας πολιτικής θέσης. Όμως οι αριθμοί, όσο ακριβείς κι αν είναι, δεν εξηγούν μόνοι τους την πραγματικότητα. Την αποτυπώνουν από μία συγκεκριμένη οπτική. Και χωρίς το πλαίσιο, μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα.
Όταν η αξιωματική αντιπολίτευση άνοιξε τη συζήτηση για τη 13η σύνταξη, ο δημόσιος διάλογος πήρε φωτιά. Αριθμοί, ποσοστά και έρευνες επιστρατεύτηκαν με εντυπωσιακή ταχύτητα, προκειμένου να αποδομηθεί η πρόταση.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα δαπανά περίπου το 16% του ΑΕΠ της για συντάξεις, δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες συνταξιούχοι λαμβάνουν τις υψηλότερες συντάξεις στην Ευρώπη. Το 16% είναι ένας μακροοικονομικός δείκτης και όχι δείκτης ύψους των συντάξεων. Επηρεάζεται από τη γήρανση του πληθυσμού, τη χαμηλή γεννητικότητα, τη σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους, το επίπεδο της απασχόλησης, το ύψος των εισφορών και το μέγεθος του ίδιου του ΑΕΠ.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρώτη μεγάλη παγίδα της αριθμητικής σύγκρισης.
Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπογεννητικότητα και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχουν οδηγήσει σε δυσμενέστερη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους. Παράλληλα, η οικονομική κρίση συρρίκνωσε το ελληνικό ΑΕΠ περίπου κατά 25%. Έτσι, ακόμη και μετά τις μεγάλες περικοπές στις συντάξεις, η δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ παρέμεινε υψηλή, όχι επειδή οι συντάξεις αυξήθηκαν, αλλά επειδή μειώθηκε δραματικά ο παρονομαστής του συγκεκριμένου δείκτη.
Επιπλέον, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα των ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Η σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους, το ύψος των μισθών, των εισφορών και της απασχόλησης επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος.
Γι’ αυτό και οι συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να γίνονται μηχανιστικά. Δεν είμαστε Γαλλία, ούτε Βέλγιο, ούτε Δανία, ούτε Γερμανία, ούτε Αυστρία. Κάθε κράτος έχει διαφορετικό πληθυσμό, διαφορετική δημογραφική σύνθεση, διαφορετικό ποσοστό εργαζομένων, διαφορετικό ΑΕΠ, διαφορετικούς μισθούς, διαφορετικό επίπεδο φορολογίας και εισφορών και διαφορετικό τρόπο χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους.
Σε χώρες όπου οι μισθοί και οι εισφορές είναι σημαντικά υψηλότεροι, ένα μικρότερο ποσοστό κρατικής δαπάνης επί του ΑΕΠ, δεν σημαίνει απαραίτητα μικρότερες συντάξεις ή λιγότερη κοινωνική φροντίδα. Σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης προέρχεται από τους ίδιους τους εργαζομένους και τις εισφορές τους.
Η 13η σύνταξη, λοιπόν, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας αρνητικός αριθμός στον κρατικό προϋπολογισμό. Οι συντάξεις αποτέλεσαν για χρόνια ένα από τα βασικά δίχτυα κοινωνικής προστασίας στη χώρα, στηρίζοντας όχι μόνο τους ίδιους τους συνταξιούχους αλλά και ολόκληρες οικογένειες, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της κρίσης.
Άλλη μία «παγίδα» των αριθμών συναντάμε και στις τραπεζικές καταθέσεις. Οι συνολικές καταθέσεις έχουν αυξηθεί και ανέρχονται σε 218,6 δισ. ευρώ. Ένας αριθμός που, αν απομονωθεί, θα μπορούσε εύκολα να δημιουργήσει την εικόνα μιας οικονομικά ευημερούσας κοινωνίας.
Μόνο που πίσω από αυτόν τον αριθμό υπάρχει ένας ακόμη: το 70,6% των καταθετών διαθέτει, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΤΕΚΕ, έως 1.000 ευρώ.
Και υπάρχει και ένας ακόμη: σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, το 58% των νοικοκυριών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ το 84% δεν θεωρεί πιθανό να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Την ίδια στιγμή, η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ποια από τις δύο εικόνες είναι η αληθινή; Και οι δύο.
Οι καταθέσεις μπορούν να αυξάνονται και ταυτόχρονα η πλειονότητα των νοικοκυριών να αδυνατεί να αποταμιεύσει. Δεν υπάρχει αντίφαση στους αριθμούς. Υπάρχει διαφορετική όψη της ίδιας πραγματικότητας. Αυτό ακριβώς πρέπει να μάθουμε να κάνουμε και στην πολιτική: να διαβάζουμε τους αριθμούς μαζί με τις συνθήκες που τους δημιουργούν.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής συζήτησης. Δεν μπορεί κάθε κοινωνική πολιτική που αφορά πολλούς πολίτες να χαρακτηρίζεται αυτομάτως «δημοσιονομικός εκτροχιασμός», όταν την ίδια στιγμή η ακρίβεια παραμένει υψηλή, το πετρέλαιο επιβαρύνει τα νοικοκυριά, οι έμμεσοι φόροι αυξάνουν το βάρος για όλους και οι τράπεζες καταγράφουν υπερκέρδη. Τελικά, η δημοσιονομική πειθαρχία φαίνεται να εξαντλείται στην επιδοματική πολιτική και σε κυβερνητικές επιλογές που ευνοούν συγκεκριμένα, συχνά προνομιακά, κοινωνικά στρώματα, ενώ όταν πρόκειται για μια ουσιαστική και σταθερή κοινωνική πολιτική, τα δημοσιονομικά περιθώρια ξαφνικά στενεύουν.
Η σοβαρή πολιτική δεν είναι να επιλέγουμε τον αριθμό που μας βολεύει. Είναι να έχουμε το θάρρος να δούμε όλους τους αριθμούς μαζί. Γιατί ένας αριθμός μπορεί να είναι απολύτως αληθινός και παρ’ όλα αυτά να λέει μόνο τη μισή αλήθεια.
Γιατί τελικά, η αλήθεια δεν βρίσκεται στον έναν αριθμό, αλλά βρίσκεται στη σχέση μεταξύ όλων των αριθμών.
Πηγή: patrisnews.com

