Γράφει η Γιούλη Ηλιοπούλου, αρχισυντάκτρια της εφ. «Πατρίς»
Δεν ξέρω αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μας αντικαταστήσει. Ξέρω, όμως, ότι της παραχωρούνται ήδη, με αξιοσημείωτη προθυμία, αρμοδιότητες που μέχρι χθες θεωρούνταν αδιανόητο να εκχωρηθούν.
Δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο για την αναζήτηση μιας πληροφορίας, την ταξινόμηση δεδομένων ή την επιτάχυνση μιας διαδικασίας. Ερωτάται τι πρέπει να γραφτεί, πώς πρέπει να οργανωθεί μια δουλειά, πώς πρέπει να διοικηθεί μια επιχείρηση, πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα, ποια απόφαση πρέπει να ληφθεί. Χρησιμοποιείται ακόμη και ως πρόχειρος σύμβουλος για ζητήματα που απαιτούν γνώση, εμπειρία και εξειδικευμένη κρίση.
Η μετατόπιση είναι σχεδόν ανεπαίσθητη. Από το «βρες μου» στο «πες μου» και, από εκεί, πολύ εύκολα, στο «αποφάσισε για μένα».
Η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη διεξάγεται συνήθως με τους όρους μιας επικείμενης απειλής. Πόσες θέσεις εργασίας θα χαθούν; Ποια επαγγέλματα θα επιβιώσουν; Πότε η μηχανή θα αποκτήσει δυνατότητες που θα καθιστούν τον άνθρωπο περιττό;
Πρόκειται για απολύτως θεμιτά ερωτήματα. Ίσως, όμως, να προηγείται ένα άλλο πιθανώς πιο κρίσιμο.
Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος, πριν ακόμη καταστεί περιττός για τη μηχανή, αρχίζει ο ίδιος να θεωρεί περιττή τη δική του πνευματική προσπάθεια;
Η ευκολία δεν είναι αθώα έννοια. Κάθε τεχνολογικό επίτευγμα που απαλλάσσει τον άνθρωπο από κόπο, χρόνο ή δυσκολία μεταβάλλει αναπόφευκτα και τη σχέση του με ό,τι έκανε προηγουμένως χωρίς αυτό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η τεχνολογία δεν περιορίζεται στο να μειώνει τον φόρτο μιας εργασίας, αλλά αρχίζει να υποκαθιστά τη διαδικασία μέσω της οποίας συγκροτείται η κρίση.
Γιατί η σκέψη δεν είναι μια αποθήκη πληροφοριών που ανοίγει κατά περίπτωση. Είναι διαδικασία. Προϋποθέτει έρευνα, αμφιβολία, σύγκριση, απόρριψη, λάθος, επανεξέταση. Είναι η συχνά επίπονη διαδρομή προς ένα συμπέρασμα, το οποίο οφείλει να παραμένει πάντοτε ανοιχτό στον έλεγχο και στην αναθεώρηση.
Η μηχανή μπορεί να προσφέρει μια απάντηση. Δεν μπορεί, όμως, να μεταβιβάσει στον χρήστη τη διαδρομή της προσωπικής πνευματικής εργασίας που απαιτείται για να κατανοήσει, να αξιολογήσει και τελικά να αναλάβει την ευθύνη αυτής της απάντησης.
Παράγεται σήμερα περισσότερο κείμενο από ποτέ. Ανακοινώσεις, πολιτικές τοποθετήσεις, άρθρα, παρουσιάσεις, αναλύσεις, εργασίες. Η παραγωγικότητα του γραπτού λόγου έχει σχεδόν αποσυνδεθεί από τον χρόνο που απαιτούσε κάποτε η παραγωγή του.
Η ποσότητα αυξάνεται. Η ταχύτητα αυξάνεται. Η ευκολία αυξάνεται.
Δεν είναι βέβαιο ότι αυξάνεται και η σκέψη.
Αρκεί να διαβάσει κανείς ένα δελτίο τύπου. Ή ένα πολιτικό άρθρο. Ή ένα κείμενο που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα και τελικά δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να ανασυνθέτει φράσεις που έχουν ήδη ειπωθεί χιλιάδες φορές.
Η σύνταξη μπορεί να είναι άψογη. Οι λέξεις προσεκτικά τοποθετημένες. Η δομή τακτοποιημένη. Και όμως, το κείμενο να μην έχει φωνή. Να μην έχει προσωπική ματιά. Να μην έχει το ίχνος μιας πραγματικής έρευνας. Να μην έχει περάσει από εκείνη τη δύσκολη διαδικασία κατά την οποία μια πληροφορία ελέγχεται, αμφισβητείται, συγκρίνεται με μια άλλη και τελικά αποκτά νόημα.
Το αποτέλεσμα μπορεί να μοιάζει απολύτως πειστικό. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν χρειάζεται να παράγει ανοησίες για να γίνει επικίνδυνη. Αρκεί να παράγει με ευχέρεια κάτι που μοιάζει με σκέψη και να γίνεται αποδεκτό ως σκέψη.
Το ίδιο ισχύει και πέρα από τον γραπτό λόγο. Η μηχανή ερωτάται πλέον πώς πρέπει να οργανωθεί μια επιχείρηση, ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθηθεί, πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί ένα επαγγελματικό πρόβλημα, ακόμη και πώς πρέπει να ερμηνευθούν ζητήματα που αγγίζουν την προσωπική ζωή ή την υγεία.
Δεν είναι προβληματικό να χρησιμοποιείται ένα νέο εργαλείο. Προβληματικό γίνεται όταν το εργαλείο μετατρέπεται σε υποκατάστατο κρίσης.
Άλλο η υποστήριξη μιας απόφασης και άλλο η εκχώρηση της ευθύνης της. Άλλο μια δεύτερη γνώμη και άλλο η απουσία πρώτης. Άλλο η αξιοποίηση της τεχνολογίας και άλλο η συνήθεια να ζητείται από αυτήν να καλύψει το κενό της γνώσης, της εμπειρίας ή της προσωπικής ευθύνης.
Μια μηχανή δεν λογοδοτεί. Δεν υφίσταται τις συνέπειες μιας λανθασμένης απόφασης. Δεν έχει επαγγελματική, πολιτική ή ηθική ευθύνη. Μπορεί να προτείνει, να υπολογίσει, να προβλέψει, να πιθανολογήσει. Κάποιος άνθρωπος, όμως, εξακολουθεί να αποφασίζει.
Το ερώτημα είναι αν πράγματι αποφασίζει ή αν απλώς επικυρώνει μια απάντηση που του δόθηκε έτοιμη.
Μια τεχνολογία που υπόσχεται να εξοικονομήσει χρόνο απαιτεί, όσο πιο σοβαρό είναι το αντικείμενο στο οποίο χρησιμοποιείται, ακόμη περισσότερο χρόνο για έλεγχο. Μπορεί να κάνει πραγματολογικά λάθη, να συγχέει γεγονότα, να επινοεί πηγές και να παρουσιάζει με απόλυτη γλωσσική αυτοπεποίθηση μια απάντηση που καταρρέει στον πρώτο σοβαρό έλεγχο.
Η παραγωγή γίνεται εύκολη. Η επαλήθευση παραμένει ανθρώπινη υπόθεση.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας επιταχύνεται με ρυθμούς που οι θεσμοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν. Οι εταιρείες ανταγωνίζονται για το επόμενο ισχυρότερο μοντέλο. Τα κράτη προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς πρέπει να ρυθμίσουν. Οι κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν σε αλλαγές που συχνά δεν έχουν ακόμη προλάβει να κατανοήσουν.
Δεν χρειάζεται, όμως, να υιοθετηθεί η καταστροφολογία για να αναγνωριστεί το μέγεθος της πρόκλησης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποδειχθεί ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που απέκτησε ποτέ ο άνθρωπος. Μπορεί να επιταχύνει την επιστημονική έρευνα, να συμβάλει στην αντιμετώπιση ασθενειών, να βελτιώσει υπηρεσίες, να επεξεργαστεί όγκους δεδομένων που υπερβαίνουν τις ανθρώπινες δυνατότητες.
Αλλά όσο περισσότερο διευρύνονται οι δυνατότητές της, τόσο περισσότερο μεγαλώνει και η δική μας ευθύνη απέναντί της.
Πηγή: patrisnews.com

