Την 45η θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας και την 25η θέση στον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) της ΕΕ, με σημαντικές αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αρκετές υποκατηγορίες, καταλαμβάνει η Ελλάδα όπως προκύπτει από τη μελέτη που διεξήγαγε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), γεγονός που αντανακλά τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ.
Η μελέτη που δημοσιεύει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών σε συνεργασία με το δίκτυο δεξαμενών σκέψης EPICENTER εκτιμά ότι οι υπερβολικά αυστηροί κανονισμοί και η ελλιπώς ανεπτυγμένη χρηματοπιστωτική αγορά βάζουν εμπόδια στην καινοτομία. Η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά στην ανάπτυξη της αγοράς, των επιχειρήσεων, και στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες
Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, οι αιτίες του χάσματος στην έρευνα και την καινοτομία εντοπίζονται στην υπανάπτυξη των ευρωπαϊκών – και ακόμα περισσότερο των ελληνικών – χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, των οποίων τα κεφαλαία μπορούν να επενδυθούν και σε αυτούς τους τομείς, αλλά και στην επιδίωξη της ΕΕ να μετατραπεί σε ρυθμιστική δύναμη σε θέματα τεχνολογίας με αποτέλεσμα την αποθάρρυνση της καινοτομίας.
Στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της καινοτομίας και της ψηφιακής οικονομίας προτείνεται η περαιτέρω αναβάθμιση των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών, η κατάργηση περιορισμών που αποθαρρύνουν την ανάπτυξη, και η ενίσχυση των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.
Τέλος, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η έλλειψη αναπτυγμένων κεφαλαιαγορών και ιδιωτικών χρηματοδοτικών εργαλείων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ΕΕ – και ιδιαίτερα η Ελλάδα – υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ στον τομέα της τεχνολογίας και της καινοτομίας. Ο συνδυασμός γραφειοκρατίας, υψηλών φορολογικών συντελεστών και περιορισμένων χρηματοδοτικών δυνατοτήτων καθιστά πιο δύσκολη τη δημιουργία και την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων, επηρεάζοντας την οικονομική προοπτική της χώρας.
