ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Απόψεις

«Τι σημαίνει πρακτικά ο "δύσκολος χειμώνας" για την τσέπη μας; Ένας άνθρωπος της αγοράς μιλά έξω από τα δόντια»

Τι ακριβώς μας περιμένει τους επόμενους μήνες; Πόσο θα ακριβύνει η θέρμανση; Γιατί το ράφι του σούπερ μάρκετ επιμένει να "καίει"; Πώς θα επιβιώσουν οι νέοι των 900 ευρώ με τα ενοίκια στον θεό και τι μέλλει γενέσθαι με τους συνταξιούχους;
Ο Θεόδωρος Ξούλος, Οικονομολόγος - Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων, μεταφράζει τις πρωθυπουργικές δηλώσεις σε καθαρά νούμερα, αναλύει το στεγαστικό αδιέξοδο των νέων, τη μάχη των συνταξιούχων στα σούπερ μάρκετ και εξηγεί γιατί οι "ευημερούντες αριθμοί" δεν φτάνουν ποτέ στο πορτοφόλι μας.

 

-Όταν ο πρωθυπουργός χρησιμοποιεί τη φράση «δύσκολος χειμώνας», για τους πολιτικούς μπορεί να είναι ένας επικοινωνιακός ελιγμός. Για εσάς, τι σημαίνει πρακτικά «δύσκολος χειμώνας»; Τι αλλαγές πρέπει να περιμένει ένας οικογενειάρχης στους λογαριασμούς του ρεύματος και στο κόστος θέρμανσης τους επόμενους μήνες;

Η ουσία είναι ότι δεν μιλάμε απλώς για έναν δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Προηγήθηκε ένα ήδη δύσκολο καλοκαίρι, έπειτα από έναν επίσης δύσκολο χειμώνα, και τώρα τα νοικοκυριά καλούνται να αντιμετωπίσουν ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις. Η ακρίβεια δεν είναι ένα έκτακτο επεισόδιο. Έχει γίνει μόνιμος μηχανισμός μεταφοράς εισοδήματος από τους εργαζομένους και τα νοικοκυριά προς όσους ελέγχουν βασικές αγορές.

Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης ξεκινά από πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη προσδιορίσει με σαφήνεια το ύψος και την έκταση των μέτρων στήριξης. Οι δύο παρεμβάσεις που αναμένονται στην αγορά καυσίμων προβλέπεται να εφαρμοστούν από τις 15 Οκτωβρίου, οπότε ξεκινά η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης στην αγορά. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιμένει να μην παρεμβαίνει αποφασιστικά στην καρδιά του προβλήματος με άμεσα μέτρα, όπως η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και η ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Παράλληλα, ο Οκτώβριος ξεκινά με αυξημένα «πράσινα» τιμολόγια, τα οποία κυμαίνονται από 14,76 έως 33,9 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Οι παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους είναι μικρότερες από τις αυξήσεις που έχουν ήδη συσσωρευτεί. Επομένως, στην πράξη, δύσκολα θα γίνουν αισθητές στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Δεν αρκεί το κράτος να επιδοτεί εκ των υστέρων ένα μέρος του λογαριασμού, αφήνοντας ανέγγιχτο τον μηχανισμό που παράγει τις υπερβολικές τιμές.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με ουσιαστικά και στοχευμένα μέτρα: ελάφρυνση του κόστους των βασικών ενεργειακών αγαθών, ενίσχυση των κοινωνικών τιμολογίων, αυστηρός έλεγχος της αγοράς και ενεργός δημόσια παρέμβαση. Η ενέργεια είναι κοινωνικό αγαθό και όχι πεδίο ανεξέλεγκτης κερδοφορίας. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε ο φετινός χειμώνας να μην αποδειχθεί δυσκολότερος από τον προηγούμενο.


-Βλέπουμε ότι οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ παραμένουν κολλημένες στα ύψη, παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Υπάρχει φως στο τούνελ για αποκλιμάκωση των τιμών στα τρόφιμα ή ο χειμώνας θα φέρει νέες ανατιμήσεις λόγω των διεθνών αναταράξεων;

Με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορούμε να μιλάμε για αποκλιμάκωση των τιμών. Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat δείχνει ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο του 2026, από 3,7% τον Αύγουστο, ενώ στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,8%, από 3,2%.

Την ίδια στιγμή, η ενέργεια στην Ευρωζώνη καταγράφει ετήσια αύξηση 18,8%, έναντι 14,3% τον Αύγουστο. Αυτή η επιβάρυνση δεν μένει μόνο στους λογαριασμούς. Μεταφέρεται στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές των προϊόντων.

Το πρόβλημα είναι ασφαλώς ευρωπαϊκό, αλλά αυτό δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Όταν η Ελλάδα εμφανίζει πληθωρισμό 1,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, είναι σαφές ότι υπάρχουν και εσωτερικοί παράγοντες που εντείνουν το πρόβλημα: περιορισμένος ανταγωνισμός σε κρίσιμες αγορές, υψηλή έμμεση φορολογία και ανεπαρκής εποπτεία της αλυσίδας διαμόρφωσης των τιμών.

Απαιτείται άμεση παρέμβαση: ουσιαστικοί έλεγχοι σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας και αθέμιτων πρακτικών, ενίσχυση των ελεγκτικών αρχών και στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, με μηχανισμό που θα διασφαλίζει ότι η μείωση περνά πραγματικά στον καταναλωτή.

Η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού για το οκτάμηνο του 2026 δείχνει φορολογικά έσοδα 1,353 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, με την υπέρβαση του ΦΠΑ να ανέρχεται σε 905 εκατ. ευρώ. Ένα μέρος αυτής της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία με μόνιμα και στοχευμένα μέτρα κατά της ακρίβειας.


-Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να μετατραπεί σε «ατομική ευημερία». Σήμερα, ένας μέσος μισθωτός των 900 ή 1.000 ευρώ νιώθει αυτή την ανάπτυξη;

Με μηνιαίο εισόδημα 900 ή 1.000 ευρώ, δεν μπορούμε να μιλάμε για συμμετοχή στην οικονομική ανάπτυξη και, πολύ περισσότερο, για ατομική ευημερία. Αντιθέτως, ο εργαζόμενος βιώνει έντονη ανασφάλεια για την επόμενη ημέρα.

Το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του απορροφάται από το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, την ενέργεια και τις βασικές υποχρεώσεις. Δεν υπάρχει ουσιαστικό διαθέσιμο εισόδημα ούτε δυνατότητα αποταμίευσης ή οικονομική ασφάλεια απέναντι σε ένα έκτακτο έξοδο. Έτσι, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναγκάζονται να αναζητήσουν δεύτερη δουλειά. Η δεύτερη εργασία τείνει να μετατραπεί από επιλογή σε όρο επιβίωσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η μέση ετήσια προσαρμοσμένη αμοιβή πλήρους απασχόλησης ανερχόταν σε 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ.

Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία έτη δεν αρκούν, όταν ακολουθούν τις αυξήσεις των τιμών αντί να ενισχύουν πραγματικά την αγοραστική δύναμη. Η τελευταία αύξηση, από τα 880 στα 920 ευρώ, ήταν της τάξης του 4,55%, ενώ ο πληθωρισμός του Σεπτεμβρίου εκτιμάται ήδη στο 5,1%.

Πίσω από τους δείκτες, όμως, πρέπει να βλέπουμε και τον άνθρωπο. Αξιοπρεπής ζωή σημαίνει να μπορεί κάποιος να ζει από την κύρια εργασία του και να διαθέτει χρόνο για ξεκούραση, προσωπική ζωή και οικογένεια. Όταν χρειάζονται δύο δουλειές μόνο και μόνο για να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες, δεν έχουμε ατομική ευημερία. Έχουμε εργασιακή εξάντληση, κοινωνική ανασφάλεια και ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση του ήδη σοβαρού δημογραφικού προβλήματος.


-Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό είναι το βασικό όπλο της κυβέρνησης. Όμως, στην πραγματική οικονομία, αυτές οι αυξήσεις επαρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής ή τελικά μετακυλίονται ξανά στις τιμές των προϊόντων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο;

Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού είναι αναγκαίες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής.

Η ουσιαστική απουσία είναι εκείνη οποιασδήποτε συζήτησης για την πλήρη αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και την πραγματική ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων. Ο ν. 5163/2024 προβλέπει από το 2028 έναν νομοθετημένο κανόνα αναπροσαρμογής, ο οποίος συνδέεται με τον πληθωρισμό και την εξέλιξη της οικονομίας. Πρόκειται, όμως, για έναν μηχανισμό στον οποίο οι κοινωνικοί εταίροι δεν συναποφασίζουν για το ύψος του κατώτατου μισθού.

Χωρίς αποτελεσματική αποκατάσταση και ουσιαστική διεύρυνση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν εγγυάται ότι θα συμπαρασύρει προς τα πάνω και τον μέσο μισθό. Δεν αρκεί να αυξάνεται διοικητικά το κατώτατο όριο, όταν μεγάλος αριθμός εργαζομένων εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός κλαδικών συλλογικών συμβάσεων.

Παράλληλα, δεν δίνεται πειστική απάντηση σε ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα: την επιστροφή των νέων επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό. Δεν μπορεί κανείς να μιλά σοβαρά για αντιστροφή του brain drain όταν ένας νέος επιστήμονας συγκρίνει τον μισθό που μπορεί να λάβει στην Ελλάδα με εκείνον που προσφέρεται στη Γερμανία, στην Ολλανδία ή στη Δανία και διαπιστώνει ότι η απόσταση παραμένει τεράστια.

Το πρώτο βήμα πρέπει να είναι η ουσιαστική αποκατάσταση του θεσμού των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, η ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων και η επαναφορά του ουσιαστικού ρόλου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον καθορισμό των κατώτατων όρων αμοιβής.

Ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα μιας κυβερνητικής διοικητικής απόφασης. Πρέπει να αποτελεί προϊόν ουσιαστικού κοινωνικού διαλόγου και ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, ώστε να ενισχύονται τα εισοδήματα όλων των εργαζομένων: τόσο εκείνων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, ο οποίος αυτή τη στιγμή δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών, όσο και εκείνων που αμείβονται λίγο περισσότερο, αλλά εδώ και χρόνια δεν έχουν δει καμία ουσιαστική αύξηση στον μισθό τους, παρά μόνο στα έξοδά τους.


-Πέρα από το ενεργειακό, το μεγάλο «αγκάθι» για τα νοικοκυριά είναι το κόστος στέγασης, δηλαδή τα ενοίκια και τα δάνεια. Πώς θα επηρεάσει αυτός ο δύσκολος χειμώνας την αγορά ακινήτων; Κινδυνεύουμε να δούμε ένα νέο κύμα «κόκκινων» υποχρεώσεων;

Ο δύσκολος χειμώνας δεν δημιουργεί τη στεγαστική κρίση• τη βρίσκει ήδη σε οριακό σημείο. Όταν αυξάνονται ταυτόχρονα το κόστος θέρμανσης, οι τιμές των βασικών αγαθών, τα ενοίκια και οι δόσεις, το διαθέσιμο εισόδημα εξαντλείται. Επομένως, ο κίνδυνος δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων είναι υπαρκτός.

Το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 28,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά στα οποία το συνολικό κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στους νέους το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο. Οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν το πατρικό τους σπίτι το 2024 κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη, ενώ για το 30,3% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών το στεγαστικό κόστος υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Αυτά δεν είναι απλώς στεγαστικά στοιχεία. Είναι και δημογραφικά στοιχεία. Πώς θα δημιουργήσει ένας νέος οικογένεια χωρίς πρόσβαση σε προσιτή κατοικία; Πώς θα επιστρέψει από το εξωτερικό όταν ένα τεράστιο μέρος του μισθού του θα καταλήγει στο ενοίκιο; Πώς θα συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην περιφέρεια όταν η απόκτηση κατοικίας μετατρέπεται σε προνόμιο;

Τα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου» μπορούν να βοηθήσουν συγκεκριμένους δικαιούχους, αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική. Όταν επιδοτείται κυρίως η ζήτηση σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά κατοικιών, υπάρχει κίνδυνος να ενισχυθούν και οι ίδιες οι τιμές που επιχειρούμε να συγκρατήσουμε.

Χρειάζεται επιστροφή του κράτους στην παραγωγή κατοικίας. Ένα σύγχρονο μοντέλο κοινωνικής κατοικίας, στα πρότυπα της ιστορικής λειτουργίας του ΟΕΚ, προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες: αξιοποίηση δημόσιας γης και κενών δημόσιων κτιρίων, κατασκευή νέων κατοικιών, χαμηλότοκος μακροχρόνιος δανεισμός, συνεργασία με τους δήμους και κοινωνική αντιπαροχή με σαφείς κανόνες. Οι κατοικίες αυτές πρέπει να διατίθενται με εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια σε νέα ζευγάρια, εργαζομένους και οικογένειες.

Παράλληλα, απαιτείται ένα νέο φορολογικό συμβόλαιο με τους ιδιοκτήτες. Όποιος διαθέτει ένα ακίνητο σε νέα οικογένεια ή νέο ζευγάρι με μακροχρόνια μίσθωση και με προβλέψιμη, περιορισμένη ετήσια αναπροσαρμογή του ενοικίου πρέπει να έχει ισχυρό φορολογικό κίνητρο. Αντίθετα, η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να επιβραβεύει την ακραία κερδοσκοπική αξιοποίηση της κατοικίας, όταν αυτή αφαιρεί ακίνητα από τη μακροχρόνια αγορά.

Όσον αφορά τα δάνεια, βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η επιλογή είναι καθαρή: είτε θα συνεχιστεί ένα μοντέλο στο οποίο ο πολίτης μένει ουσιαστικά μόνος απέναντι σε funds και servicers είτε θα θεσπιστεί ένα νέο πλαίσιο με κανόνες, όρια και κοινωνική δικαιοσύνη.

Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι απλώς ένα ζήτημα λογιστικής τακτοποίησης. Αφορά την κατοικία, την εργασία, την παραγωγή και την αξιοπρέπεια των πολιτών. Χρειάζεται επαναφορά της προστασίας της κύριας κατοικίας με σύγχρονα και αυστηρά κοινωνικά κριτήρια, δυνατότητα αποπληρωμής έως 35 έτη, μειωμένες δόσεις κατά την πρώτη τριετία και κρατική συνεισφορά για τους πραγματικά ευάλωτους οφειλέτες.

Η κατοικία αποτελεί βασικό κοινωνικό αγαθό. Μια σοβαρή πολιτεία οφείλει να την προστατεύει.


-Αν ο καταναλωτής περιορίσει τις αγορές του στα απολύτως απαραίτητα για να βγάλει τον χειμώνα, ποιο θα είναι το αποτύπωμα στο λιανεμπόριο και στις μικρές επιχειρήσεις; Φοβάστε λουκέτα ή απολύσεις εργαζομένων;

Ο καταναλωτής έχει ήδη περιορίσει τις αγορές του στα απολύτως απαραίτητα. Επομένως, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μία διπλή πίεση: από τη μία πλευρά μειώνεται ο τζίρος τους, επειδή περιορίζεται το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, και από την άλλη αυξάνεται διαρκώς το κόστος λειτουργίας τους.

Όταν μειώνονται τα έσοδα και ταυτόχρονα αυξάνονται η ενέργεια, οι προμήθειες, τα ενοίκια, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις, η πίεση στη ρευστότητα γίνεται ασφυκτική. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, ο κίνδυνος αναστολής λειτουργίας επιχειρήσεων και απώλειας θέσεων εργασίας είναι πραγματικός. Δεν είναι κινδυνολογία. Είναι οικονομική αριθμητική.

Την ίδια στιγμή, το κράτος αντιμετωπίζει συλλήβδην τους ελεύθερους επαγγελματίες με μία λογική γενικευμένης καχυποψίας. Το ισχύον φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να προβλέπει ελάχιστο τεκμαρτό καθαρό εισόδημα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτή η λογική πρέπει να ανατραπεί.

Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι απολύτως αναγκαία. Άλλο, όμως, είναι ο πραγματικός φορολογικός έλεγχος και άλλο η διοικητική υπόθεση εισοδήματος. Το κράτος διαθέτει πλέον τα POS, το myDATA, την ηλεκτρονική τιμολόγηση, τις διασταυρώσεις τραπεζικών συναλλαγών και ένα τεράστιο εύρος ψηφιακών δεδομένων.

Πρέπει να περάσουμε από τη λογική «υποθέτω πόσα κερδίζεις και σε φορολογώ» στη λογική «ελέγχω με σύγχρονα εργαλεία το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα και σε φορολογώ δίκαια γι’ αυτό». Η φορολογία δεν μπορεί να εφαρμόζεται οριζόντια. Άλλες συνθήκες αντιμετωπίζει ένα μικρό εμπορικό κατάστημα, άλλες ένας μηχανικός ή ένας δικηγόρος, άλλες ένας τεχνίτης και άλλες ένας επαγγελματίας που δραστηριοποιείται σε ένα χωριό της περιφέρειας.

Ταυτόχρονα, απαιτείται μία νέα, μόνιμη και μακροχρόνια ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, με ουσιαστική διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων για όσους εντάσσονται και παραμένουν συνεπείς. Ένα μεγάλο μέρος των σημερινών οφειλών δεν δημιουργήθηκε επειδή χιλιάδες επαγγελματίες αποφάσισαν να γίνουν στρατηγικοί κακοπληρωτές. Δημιουργήθηκε μέσα σε μία δεκαπενταετία διαδοχικών κρίσεων: ύφεση, πανδημία, ενεργειακή κρίση και πληθωρισμός.

Η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι ένα βήμα ως προς τη διάρκεια, αλλά όχι ολοκληρωμένη λύση. Προβλέπει επιτόκιο 5,84%, χωρίς γενική διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων. Παράλληλα, ο οφειλέτης καλείται μέσα σε έναν μήνα να τακτοποιήσει και τις υπόλοιπες ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν εντάσσονται στις 120 δόσεις, ενώ πρέπει να εξυπηρετεί τη νέα δόση και τις τρέχουσες υποχρεώσεις του.

Έτσι, η μηνιαία δόση μπορεί να μειώνεται, αλλά το συνολικό βάρος παραμένει υψηλό. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αρκετοί επαγγελματίες είτε να μην μπορέσουν να ενταχθούν είτε να χάσουν τη ρύθμιση στην πορεία.

Αν θέλουμε πραγματικά να αποτρέψουμε λουκέτα και απολύσεις, χρειαζόμαστε δίκαιη φορολόγηση του πραγματικού εισοδήματος, ουσιαστική ρύθμιση των συσσωρευμένων χρεών, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και στοχευμένη στήριξη των βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων. Διαφορετικά, το κόστος δεν θα το πληρώσουν μόνο οι επιχειρηματίες. Θα το πληρώσουν οι εργαζόμενοι, οι τοπικές αγορές και συνολικά η οικονομία.


-Τα μέτρα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση είναι δυνατόν να δώσουν ανάσα στην καθημερινότητα του πολίτη;

Ορισμένα από τα μέτρα μπορούν να προσφέρουν μία περιορισμένη και προσωρινή ανάσα σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών. Δεν συγκροτούν, όμως, ένα συνεκτικό σχέδιο που θα αλλάξει ουσιαστικά την καθημερινότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η πρωθυπουργική παρουσία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης επιβεβαίωσε ένα παγιωμένο πολιτικό μοτίβο: επιμέρους φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδόματα και παροχές με διαφορετικά κριτήρια και «κόφτες», αλλά χωρίς ένα συνολικό σχέδιο αναδιανομής του εισοδήματος και της οικονομικής ισχύος. Επιπλέον, σημαντικό μέρος των εξαγγελιών μετατίθεται για το 2027 και τα επόμενα χρόνια.

Η μεγαλύτερη απουσία ήταν εκείνη ενός άμεσου και συνεκτικού σχεδίου ανάσχεσης της ακρίβειας, σε συνδυασμό με την παραγωγική επανεκκίνηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η μείωση ορισμένων χρεώσεων και οι συμφωνίες για επιλεγμένες τιμές δεν αρκούν απέναντι στο συνολικό κόστος των τροφίμων, της ενέργειας, της στέγασης και των βασικών υπηρεσιών.

Άλλο είναι να παρεμβαίνεις στην αιτία της ανατίμησης και άλλο να επιστρέφεις εκ των υστέρων, μέσω ενός επιδόματος, ένα μικρό μέρος της απώλειας που έχει ήδη υποστεί ο πολίτης.

Τα πραγματικά ερωτήματα είναι συγκεκριμένα: Αυξάνεται ο πραγματικός μισθός; Μειώνεται το βάρος του ενοικίου; Προστατεύεται η αγοραστική αξία της σύνταξης; Αποκτά η μικρή επιχείρηση πρόσβαση σε ρευστότητα; Παραμένει μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης αξίας στον αγρότη και στον κτηνοτρόφο;

Αν οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αρνητικές, τότε το άθροισμα των μέτρων δεν αποτελεί πραγματικό κοινωνικό μέρισμα ούτε μόνιμη ανακούφιση. Αποτελεί ένα σύνολο αποσπασματικών παρεμβάσεων, προεκλογικών εξαγγελιών και μελλοντικών στόχων που δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες της σημερινής πίεσης.

Η κοινωνία έχει στηρίξει με μεγάλες θυσίες τη βελτίωση των δημοσιονομικών και αναπτυξιακών δεικτών, κυρίως μέσω της φορολογίας και της διαρκούς συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Δικαιούται, επομένως, όχι περιστασιακές επιστροφές και προσωρινά βοηθήματα, αλλά ένα δίκαιο μερίδιο από την ανάπτυξη.

Χρειαζόμαστε ουσιαστική προστασία του εισοδήματος σήμερα και ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο για αύριο: με αξιοπρεπείς μισθούς, ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προσιτή στέγη, πραγματικό ανταγωνισμό, δημόσιο σχεδιασμό και δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

**(Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος - Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων
w: www.theodorosxoulos.gr)

 

Follow Us

OXYGEN FM

© 2021 AchaiaNews. All Rights Reserved.

Search