Η απόδοση στην τοπική κοινωνία της Βέροιας δύο σημαντικών οθωμανικών μνημείων, του Τεμένους Ορτά και του Δίδυμου Οθωμανικού Λουτρού, που τεκμηριώνουν την πολυεπίπεδη ιστορική και αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, όπως και η αυτοψία στην ανασκαφική έρευνα, που διεξάγεται στο Βασιλικό Γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας, ενός χώρου άμεσα συνδεδεμένου με τον Φίλιππο Β΄, τον Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη, βρέθηκαν στο επίκεντρο της επίσκεψης της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, στην Ημαθία.
H υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, στον χαιρετισμό της ανέφερε: «Τα μνημεία δεν είναι απλώς κατάλοιπα του παρελθόντος. Αποτελούν ζωντανά στοιχεία της ταυτότητάς μας. Και η Βέροια έχει ένα εξαιρετικά σημαντικό μνημειακό πλούτο, διαθέτει 52 ιστάμενα μνημεία. Η πόλη είναι ένα πολύτιμο παλίμψηστο από την προϊστορική εποχή ως τα νεώτερα χρόνια, που αναδεικνύει τον ελληνικό πολιτισμό στη μακρά ιστορική του διαχρονία και συμβάλλει στην ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση και η επανάχρησή τους αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για κάθε τόπο. Στη Βέροια, με την απόδοση των αποκατεστημένων οθωμανικών μνημείων, του Τεμένους Ορτά και του Δίδυμου Οθωμανικού Λουτρού, που θα φιλοξενούν πολιτιστικές χρήσεις, τα μνημεία αυτά αποκτούν ξανά τη θέση που τους αξίζει στη σύγχρονη ζωή της πόλης. Στην αρχαία Μίεζα, η συστηματική ανασκαφική έρευνα που εξελίσσεται τα τελευταία τρία χρόνια, στο πλαίσιο της Προγραμματικής Σύμβασης του Υπουργείου Πολιτισμού με τον Δήμο Νάουσας, με την επιστημονική ευθύνη της Δρ. Αγγελικής Κοτταρίδη, φέρνει στο φως ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα. Η ανασκαφή του Βασιλικού Γυμνασίου παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες με τα πρότυπα που γνωρίζουμε από το ανάκτορο των Αιγών. Πρόκειται για μια ανασκαφή που πρέπει να συνεχιστεί και θα συνεχιστεί, καθώς τα σημαντικά νέα αρχαιολογικά ευρήματα φωτίζουν τη μορφή, την αρχιτεκτονική και τις λειτουργίες του Γυμνασίου, ενός μνημειακού συγκροτήματος με καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση και την προετοιμασία των νεαρών Μακεδόνων. Για τον Αλέξανδρο και τους εταίρους του, η Μίεζα ήταν ο τόπος μύησης και προετοιμασίας για την ηγεσία. Η αποκάλυψη, η ταύτιση και η ανάδειξη του Βασιλικού Γυμνασίου ξεπερνά τα όρια της Ημαθίας και της πατρίδας μας. Αφορά την Οικουμένη».
Η κ. Μενδώνη στην αυτοψία στην ανασκαφή του Βασιλικού Γυμνασίου στην αρχαία Μίεζα/Φωτογραφία: ΥΠΠΟ
Η Λίνα Μενδώνη στο Δίδυμο Οθωμανικό Λουτρό/Φωτογραφία: ΥΠΠΟ
Ανασκαφή Βασιλικού Γυμνασίου στην αρχαία Μίεζα
Το Βασιλικό Γυμνάσιο, κοντά στη σημερινή Νάουσα, είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μακεδονικής αρχαιότητας. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., στην εποχή του Φιλίππου Β΄, και τα νέα ανασκαφικά δεδομένα ενισχύουν την ταύτισή του με το Γυμνάσιο όπου, σύμφωνα με την επιστημονική προσέγγιση, ο Αριστοτέλης δίδαξε τον νεαρό Μέγα Αλέξανδρο και άλλους Μακεδόνες βασιλόπαιδες.
Η ανασκαφική έρευνα ξεκίνησε το 2024, υπό τη διεύθυνση της επίτιμης εφόρου αρχαιοτήτων Δρ. Αγγελικής Κοτταρίδη, στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Νάουσας.
Αναπτύσσεται σε έκταση περίπου 30 στρεμμάτων και έχει αποκαλύψει τμήματα της παλαίστρας, του σταδίου, στοές, αίθουσες διδασκαλίας και υδροδοτικά έργα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το ξυστό, στεγασμένη στοά μήκους περίπου 200 μέτρων, ενώ έχουν βρεθεί, μεταξύ άλλων, τέσσερις γραφίδες, κεραμική, νομίσματα και αρχιτεκτονικά μέλη. Η έρευνα φέτος επικεντρώνεται στην ανατολική πλευρά του ενιαίου συγκροτήματος που αποτελείται από την παλαίστρα και το «Διδασκαλείο», όπου αναγνωρίστηκαν οι αίθουσες διαλέξεων με τα λίθινα θρανία.
Η περιοχή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της μορφής και των λειτουργιών του Γυμνασίου. Παρά τη συστηματική αποδόμηση των οικοδομημάτων από τους Ρωμαίους μετά τη δεύτερη μάχη της Πύδνας (148 μ.Χ.) έχουν διασωθεί σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τοίχοι με εξαιρετικής ποιότητας κονιάματα και αρχαία δάπεδα, που διατηρούνται κάτω από στρώματα καταστροφής και εκτεταμένης πυρκαγιάς.
Ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα αποτελεί το μεγάλο τριμερές συγκρότημα, έκτασης άνω των 160 τ.μ., στο «Διδασκαλείο», με κεντρικό προθάλαμο και δύο ανδρώνες – αίθουσες συμποσίων. Και στους δύο σώζονται ψηφιδωτά δάπεδα, ενώ τα υπερυψωμένα βάθρα για τα ανάκλιντρα επιβεβαιώνουν τη χρήση τους ως χώρων συμποσίων.
Κάθε ανδρώνας διέθετε δέκα ανάκλιντρα, επιτρέποντας τη φιλοξενία τουλάχιστον 20 συνδαιτημόνων. Η ποιότητα και η τεχνική των δαπέδων παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με εκείνες του ανακτόρου των Αιγών.
Στην περιοχή της παλαίστρας αποκαλύφθηκαν, επίσης, τμήματα ιωνικής ζωφόρου, ιωνικός αμφιπεσσοκίονας και κιονόκρανο, ενώ ιδιαίτερα σπάνιο και σημαντικό είναι το τμήμα γωνιακού δωρικού επιστυλίου περιστυλίου, το οποίο αναμένεται να συμβάλει στην ακριβέστερη αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής της παλαίστρας. Τα νέα ευρήματα φωτίζουν τη μνημειακότητα, την αρχιτεκτονική και τις λειτουργίες του Βασιλικού Γυμνασίου της Μίεζας, ενός χώρου με καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση και προετοιμασία των νεαρών Μακεδόνων.
Οθωμανικά μνημεία στη Βέροια
Το Τέμενος Ορτά είναι ένα από τα σημαντικότερα και παλαιότερα σωζόμενα οθωμανικά μνημεία της Βέροιας και ένα από τα πρώιμα τεμένη που διατηρούνται στον ελλαδικό χώρο. Χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα, περίπου το 1490–1491, και βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στη συμβολή των οδών Λεωνίδου και Θεμιστοκλέους. Η ονομασία «Ορτά», που σημαίνει «κεντρικό», συνδέεται με τη θέση του, ενώ ιδιαίτερη ιστορική αξία έχει η αναφορά του Τούρκου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, τον 17ο αιώνα, στον εντυπωσιακό μολυβδόφυτο τρούλο του. Το κυρίως έργο της αποκατάστασης και ανάδειξης υλοποιήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, με χρηματοδότηση 450.000 ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι εργασίες περιλάμβαναν την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων στατικής επάρκειας του μνημείου, την αποκατάσταση του θόλου, των αρχικών ανοιγμάτων και του δαπέδου, τη συντήρηση των κονιαμάτων και του ζωγραφικού διακόσμου, καθώς και την αποκατάσταση του μιναρέ. Η αποκατάσταση του μνημείου αναδεικνύει ένα σημαντικό τεκμήριο της πρώιμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής και ένα πολύτιμο στοιχείο της πολυεπίπεδης ιστορικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Βέροιας.
Το Δίδυμο οθωμανικό λουτρό, γνωστό και ως «Τουζτσί χαμάμ» (Λουτρό του Αλατά), χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα σωζόμενα οθωμανικά μνημεία της πόλης. Βρίσκεται στη συνοικία Κυριώτισσα και αποτελείται από δύο συμμετρικά, αυτοτελή τμήματα, ανδρικό και γυναικείο, με πλήρη ανάπτυξη των χώρων ενός δημόσιου χαμάμ. Ξεχωριστή αξία έχουν οι τοιχογραφίες του ανδρικού τμήματος, με σκηνές κυνηγιού και απεικονίσεις εξωτικών ζώων, όπως ελέφαντας και καμηλοπάρδαλη, ένας σπάνιος εικονογραφικός διάκοσμος για οθωμανικό λουτρό. Το μνημείο αναφέρεται από τον Εβλιγιά Τσελεμπή τον 17ο αι. και παρέμεινε σε λειτουργία έως το 1930. Το έργο της αποκατάστασης και ανάδειξης, προϋπολογισμού 1.020.000 ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Υπουργείου Πολιτισμού, διασώζει ένα σημαντικό τεκμήριο της οθωμανικής κυριαρχίας της ιστορίας και αρχιτεκτονικής της Βέροιας και συμβάλλει στην επανένταξή του στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή της πόλης.
Τοιχογραφία με απεικόνιση ζώων στο ανδρικό λουτρό του Δίδυμου Οθωμανικού Λουτρού στη Βέροια
Πηγή: flamis.gr

